κατάσαρκος

κατάσαρκος
-η, -ο (Α κατάσαρκος, -ον)
νεοελλ.
αυτός που φοριέται πάνω ακριβώς από τη σάρκα
αρχ.
πολύ σαρκώδης, παχύσαρκος.
επίρρ...
κατάσαρκα (Μ κατάσαρκα)
ακριβώς πάνω από τη σάρκα τού σώματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)-* + -σαρκος (< σάρξ, σαρκός), πρβλ. έν-σαρκος, περί-σαρκος].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • κατάσαρκος — fleshy masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάσαρκον — κατάσαρκος fleshy masc/fem acc sg κατάσαρκος fleshy neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασάρκους — κατάσαρκος fleshy masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασάρκων — κατάσαρκος fleshy masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάσαρκα — κατάσαρκος fleshy neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάσαρκοι — κατάσαρκος fleshy masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • катасарка — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  (греч. κατάσαρκος нательный, по телу) нижняя одежда святого… …   Словарь церковнославянского языка

  • εχέσαρκος — ἐχέσαρκος, ον (Α) αυτός που εφαρμόζεται πάνω στη σάρκα, ο κατάσαρκος («ἐχέσαρκον χιτώνιον», Αθήν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < εχε * (< έχω I) + σαρξ, κός] …   Dictionary of Greek

  • κατάσαρκα — επίρρ. βλ. κατάσαρκος …   Dictionary of Greek

  • κατασάρκιο — το (AM κατασάρκιον) [κατάσαρκος] το εσωτερικό κάλυμμα τής Αγίας Τράπεζας μσν. αρχ. ρούχο που φοριέται κατάσαρκα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”